Αυξήθηκε η μηνιαία δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών στην πενταετία, μειώθηκε στην 15ετία

Μαρίνα Φούντα
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Αυξήθηκε η μηνιαία δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών στην πενταετία, μειώθηκε στην 15ετία
Τι δείχνουν τα στοιχεία της Ετήσιας Έκθεσης Ελληνικού Εμπορίου της ΕΣΕΕ για την πορεία της μέσης μηνιαίας δαπάνης των Ελλήνων την περίοδο 2008-2023.

Ανοδικά κινείται τα τελευταία 5-6 χρόνια η μέση μηνιαία δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών, ωστόσο παραμένει σημαντικά χαμηλότερη έναντι των επιπέδων της προηγούμενης 15ετίας και προ της ελληνικής οικονομικής κρίσης.

Όπως προκύπτει από την Ετήσια Έκθεση Ελληνικού Εμπορίου της ΕΣΕΕ που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, από το 2018 έως και το 2023 ο μέσος όρος της μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών αυξάνεται σταδιακά ως εξής: στα 1.442,35 ευρώ (2018), 1.478,22 ευρώ (2019), 1.331,83 ευρώ (2020), 1.419,79 ευρώ (2021), 1.600,34 ευρώ (2022) και τέλος στα 1.685,28 ευρώ (2023).

Πέραν μιας μικρής μείωσης το 2020, κατά το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού, η μέση δαπάνη ενισχύθηκε από το 2018 μέχρι και σήμερα, αν και παραμένει σημαντικά χαμηλότερη έναντι του 2008 όταν ο μέσος όρος της μηνιαίας καταναλωτικής δαπάνης είχε ανέλθει στα 2.117,67 ευρώ.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας της ελληνικής κρίσης χρέους, τα εισοδήματα των νοικοκυριών συμπιέστηκαν εξαιτίας της εφαρμογής συσταλτικών οικονομικών πολιτικών, με αποτέλεσμα το 2018 η μηνιαία δαπάνη να μειωθεί κατά 31,9% συγκριτικά με το 2008. Το 2019 σημειώθηκε αύξηση της μηνιαίας δαπάνης κατά 2,5% σε σχέση με το 2018, όμως η εκδήλωση της πανδημίας του 2020 μείωσε τη δαπάνη των νοικοκυριών, εξαιτίας των μέτρων υγειονομικής προστασίας (lockdown), ενώ λίγο αργότερα προστέθηκαν και οι αρνητικές επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης. Αντίθετα το 2023, σε σχέση με το 2022, καταγράφεται αύξηση της δαπάνης κατά 5,3%, η οποία υπερέβη ελαφρώς τον επίσημο πληθωρισμό (3,5%).

Η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης δεν σημαίνει βελτίωση της αγοραστικής δύναμης

Ωστόσο, σύμφωνα με την ΕΣΕΕ, η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης δεν πρέπει απαραίτητα να εκληφθεί ως βελτίωση της αγοραστικής δύναμης καθώς η δαπάνη παρουσιάζεται ονομαστικά, χωρίς να ληφθεί υπόψη η άνοδος του πληθωρισμού. Η ανελαστική φύση πολλών καταναλωτικών αγαθών των νοικοκυριών, όπως τα τρόφιμα, ενδέχεται να επηρεάζουν το ύψος της δαπάνης.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η αύξηση του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) κατά 3,5% τον Δεκέμβριο του 2023, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2022, προήλθε από μια σειρά αυξήσεων σε διάφορες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών: 8,9% στη διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά (ψωμί, κρέατα, γαλακτοκομικά, φρούτα, λαχανικά, κ.ά.), 2,2% στα αλκοολούχα ποτά και καπνό, 2,8% στην ένδυση και υπόδηση, 1,9% στα διαρκή αγαθά και είδη νοικοκυριού, 5,5% στην υγεία (φαρμακευτικά προϊόντα, νοσοκομειακή περίθαλψη), 0,3% στις μεταφορές (αν και μειώθηκαν οι τιμές στα καύσιμα), 2,6% στην αναψυχή και πολιτιστικές δραστηριότητες, 3,5% στην εκπαίδευση (δίδακτρα σε όλες τις βαθμίδες), 5,9% στα ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια, και 1,7% στα άλλα αγαθά και υπηρεσίες (κομμωτήρια, προσωπική φροντίδα, ασφάλιστρα).

Οπότε μια αύξηση στην καταναλωτική δαπάνη ασφαλώς και συσχετίζεται με την άνοδο του πληθωρισμού. Ακόμα δηλαδή και αν το νοικοκυριό αγόραζε μέσα στο 2023 ακριβώς τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες και στις ίδιες ποσότητες που αγόρασε το 2022, οι δαπάνες του θα εμφανίζονται υψηλότερες εξαιτίας του αυξημένου επιπέδου των τιμών.

Δαπανούμε περισσότερα για τρόφιμα

Με βάση επιμέρους στοιχεία, η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά παρουσιάζει, ως ποσοστό της συνολικής δαπάνης, μια αξιοσημείωτη αυξητική τάση. Συγκεκριμένα, το 2008 το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 16,4%, ενώ μέχρι το 2018 είχε αυξηθεί κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης υγείας, φτάνοντας στο 23,1% το 2020 και σχεδόν στο 22% το 2021. Το 2022, ωστόσο, παρατηρείται μερική υποχώρηση της τάσης αυτής, με το ποσοστό να μειώνεται κατά 1,1%. Το 2023 φαίνεται να υπάρχει μια σταθεροποίηση καθώς η κατανάλωση κυμαίνεται στο 20,7% της συνολικής δαπάνης σε σχέση με 20,9% το 2022.

Η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης για είδη διατροφής αποδίδεται σε μια σειρά από παράγοντες. Ο ανελαστικός χαρακτήρας των ειδών διατροφής, καθώς αποτελούν βασικά αγαθά απαραίτητα για την επιβίωση, καθιστά τη ζήτηση για αυτά ελάχιστα ευάλωτη, σχεδόν ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες. Παράλληλα, η όξυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων επιδεινώνει την κατάσταση, καθώς τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος αναγκάζονται να δαπανούν συνεχώς μεγαλύτερο μέρος του περιορισμένου εισοδήματός τους για τρόφιμα.

Επιπλέον, η σημαντική αύξηση του πληθωρισμού στα είδη διατροφής, που άγγιζε το 8,9% από τον Δεκέμβριο του 2022 έως τον Δεκέμβριο του 2023, επιβάρυνε περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Παρατηρείται δε το γεγονός ότι ενώ ο πληθωρισμός στα τρόφιμα επιβαρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η δαπάνη για τρόφιμα, ποτά και καπνό καταγράφει μια υποχώρηση. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι τα νοικοκυριά αγοράζουν μικρότερες ποσότητες αγαθών, καθώς οι αυξημένες τιμές τα οδηγούν σε πιο συγκρατημένες αγορές.

Αντίστοιχα, η ποσοστιαία μεταβολή της καταναλωτικής δαπάνης για οινοπνευματώδη ποτά και είδη καπνού παρουσιάζει διακυμάνσεις την περίοδο 2008-2023. Το 2008, το ποσοστό της δαπάνης ανέρχεται στο 3,2%. Μέχρι το 2018, παρατηρείται αύξηση, φτάνοντας στο 3,6%. Το 2019 καταγράφεται μικρή μείωση στο 3,3%, ενώ το 2020, εν μέσω της πανδημικής κρίσης, παρατηρείται μια μικρή στο 3,9%. Το 2021 σημειώνεται ελαφρά μείωση στο 3,8%, ενώ η πτωτική τάση συνεχίζεται το 2022 και το 2023, με τα ποσοστά να διαμορφώνονται στο 3,5% και 3,4%, αντίστοιχα.

Δαπανούμε λιγότερα για ένδυση-υπόδηση

Την ίδια στιγμή, η ποσοστιαία μεταβολή της καταναλωτικής δαπάνης για είδη ένδυσης και υπόδησης την περίοδο 2008-2023 παρουσιάζει πτωτική τάση με κάποιες μικρές διακυμάνσεις.

Το 2008, το ποσοστό της δαπάνης ήταν 8,2%, αντανακλώντας υψηλότερη σχετική προτεραιότητα των νοικοκυριών στα συγκεκριμένα είδη. Μέχρι το 2018, το ποσοστό μειώνεται σημαντικά στο 5,8% και διατηρείται σε παρόμοια επίπεδα το 2019 (5,8%). Το 2020, εν μέσω της πανδημίας, καταγράφεται περαιτέρω μείωση στο 4,6%, λόγω περιορισμένων επαγγελματικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων και αλλαγών στις καταναλωτικές συνήθειες. Το 2021 σημειώνεται μικρή ανάκαμψη στο 5%, πιθανώς λόγω της άρσης των περιορισμών, αλλά ακολουθεί νέα μείωση το 2022 (4,8%) και το 2023 (4,7%). Οι μεταβολές αυτές αποτυπώνουν τις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, των αλλαγών στις προτεραιότητες κατανάλωσης και της προσαρμογής σε συνθήκες περιορισμένου διαθέσιμου εισοδήματος.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάστε ακόμη

Βιβλία Χώρα: Το Κτήμα από το Κοκκινοχώρι Καβάλας που παράγει ετησίως 800.000 φιάλες κρασί

Τι «παίζει» με την logistics επένδυση των 260 εκατ. στο Θριάσιο και το χρονοδιάγραμμα έναρξης

Εθνική: Ηγετική θέση στη Λιανική Τραπεζική – Νέο project η ψηφιακή πλατφόρμα ακινήτων Uniko

BEST OF LIQUID MEDIA

gazzetta
gazzetta reader insider insider