Υπολογίζεται ότι περίπου 3 εκατ. άνθρωποι νόσησαν με γρίπη φέτος στην πατρίδα μας. Επιπλέον το «κύμα» της εποχικής γρίπης και εν γένει των αναπνευστικών ιώσεων δεν έχει ακόμα κοπάσει, καθώς εξακολουθούν να καταγράφονται όψιμα περιστατικά, με την μεγάλη αστάθεια του καιρού να ευνοεί την εμφάνισή τους, αφού πολλοί άνθρωποι συγχρωτίζονται ξανά σε εσωτερικούς χώρους όταν πέφτει αισθητά η θερμοκρασία. Δύο ειδικοί, η παθολόγος - λοιμωξιολόγος Αικατερίνη Αργυράκη, Συντονίστρια Διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής, του νοσοκομείου «Η Σωτηρία», Γενική Γραμματέας της Ελληνικής Εταιρίας Λοιμώξεων και η Μάιρα Αρκουμάνη, Παιδίατρος με μετεκπαίδευση στην Παιδιατρική και Εφηβική Ενδοκρινολογία, Παχυσαρκία, Μεταβολισμό και Σακχαρώδη Διαβήτη εξηγούν γιατί η γρίπη φέτος πλημμύρισε τα νοσοκομεία και τα ιατρεία.
Όπως επισημαίνει η παιδίατρος Μάιρα Αρκουμάνη, από τις γιορτές των Χριστουγέννων και μέχρι τα μέσα Μαρτίου, τα περιστατικά γρίπης που καταγράφηκαν στην Ελλάδα ήταν αισθητά περισσότερα από τις προηγούμενες χρονιές. Ειδικά στα ιατρεία των παιδιάτρων το 99% των περιστατικών που προσήλθε αφορούσε γρίπη. «Από τις γιορτές μέχρι και τον Ιανουάριο βλέπαμε γρίπη Α και μετά συνεχίσαμε να βλέπουμε αρκετά περιστατικά γρίπης Β, με αυξημένη προσέλευση μέχρι τα μέσα Μαρτίου. Δυστυχώς, φέτος η γρίπη ήταν βαριά, δηλαδή οι ασθενείς είχαν βαριά κλινική εικόνα, υψηλό πυρετό, έντονα τα συμπτώματα και υπήρξαν και πολλές επιπλοκές. Για παράδειγμα πολλά παιδιά εμφάνισαν μυοσίτιδα, που αποτελεί μια συχνή επιπλοκή της γρίπης. Η μυοσίτιδα αφορά γενικευμένη φλεγμονή των μυών που εκδηλώνεται κυρίως στα κάτω άκρα και γίνεται φανερή στη δυσκολία στο βάδισμα, με τα παιδιά να παραπονιούνται ότι πονάνε τα πόδια τους» προσθέτει η παιδίατρος.
Στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών έχει ενταχθεί ως υποχρεωτικός ο αντιγριπικός εμβολιασμός των παιδιών ηλικίας από 6 μηνών μέχρι 5 χρονών, αλλά η εμβολιαστική κόπωση που επήλθε με την πανδημία covid έχει οδηγήσει πολλούς γονείς στο να αποφεύγουν να κάνουν βασικά εμβόλια ρουτίνας στα παιδιά τους. Από την μία πλευρά, η έλλειψη ενημέρωσης ότι η γρίπη μπορεί να προκαλέσει πολύ σοβαρή νόσηση και πως είναι πολύ μεταδοτική και από την άλλη πλευρά η εμβολιαστική κόπωση που καταγράφεται δυστυχώς σε μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού οδηγούν στη διαμόρφωση της νοοτροπίας «έλα τώρα, μια ίωση είναι θα περάσει» κι έτσι τα παιδιά μένουν ανεμβολίαστα.
Σε άλλες περιπτώσεις έχουν ήδη ξεκινήσει οι απανωτές ιώσεις στους παιδικούς σταθμούς και καθώς τα παιδιά είναι ήδη άρρωστα οι γονείς αμελούν να τα εμβολιάσουν. Όταν όμως τα παιδιά κολλούν στον παιδικό σταθμό, το νηπιαγωγείο ή το σχολείο, μεταφέρουν την γρίπη στο σπίτι και εκεί κολλούν οι γονείς, οι παππούδες και οι γιαγιάδες και φέτος είδαμε ολόκληρες οικογένειες να αρρωσταίνουν και να μένουν μια βδομάδα στο κρεβάτι.
Σε άλλες χώρες όπως στις ΗΠΑ, ο αντιγριπικός εμβολιασμός είναι καθολικός (για όλο τον πληθυσμό), ενώ στην Ελλάδα, στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών συμπεριλαμβάνεται για τα παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετών, τους ηλικιωμένους και τα άτομα που έχουν υποκείμενα προβλήματα υγείας. Το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών εστιάζει σε αυτές τις τρυφερές ηλικίες γιατί τα παιδιά συγχρωτίζονται στους βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, δεν μπορούν να διαχειριστούν τις εκκρίσεις τους ώστε να προστατέψουν τα άλλα παιδιά και επιπλέον έρχονται σε επαφή με όλη την οικογένεια και μεταδίδουν τον ιό στους μεγαλύτερους, όπως υπογραμμίζει η Μάιρα Αρκουμάνη.
Δεν είναι όμως μόνο η γρίπη που προκάλεσε βαριές νοσήσεις. Όπως εξηγεί η παιδίατρος: «Και από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό RSV καταγράφηκαν περισσότερα περιστατικά, ενώ η διάρκεια της νόσησης ήταν μεγαλύτερη και είδαμε ολοένα και μικρότερες ηλικίες να νοσούν. Στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» νοσηλεύσαμε βρέφη ηλικίας μόλις 8 ή 9 ημερών με τον ιό RSV να ζορίζει τους λιλιπούτειους ασθενείς την 4η και την 6η ημέρα, αυξάνοντας την ανάγκη για υποστήριξη με οξυγόνο».
Σύσσωμη η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει ότι η πρόληψη με τον εμβολιασμό είναι μακράν καλύτερη της θεραπείας και το γεγονός πως έχουμε αντιικά φάρμακα για την γρίπη δεν σημαίνει «δεν πειράζει, ας νοσήσουμε», γιατί μπορεί μετά από μερικά χρόνια να εμφανιστεί αντοχή στα αντιικά (και τότε τι θα κάνουμε;).
Η μικροβιακή αντοχή αποτελεί τεράστια πληγή για την δημόσια υγεία, τόσο στην κοινότητα όσο και στα νοσοκομεία. Ειδικά στα νοσοκομεία τα ανθεκτικά μικρόβια εξελίσσονται σε «μαζικό δολοφόνο» καθώς ευθύνεται για τουλάχιστον 2500-3000 θανάτους νοσηλευομένων ασθενών στην πατρίδα μας ετησίως, όπως επισημαίνει η παθολόγος-λοιμωξιολόγος Αικατερίνη Αργυράκη.
Η ειδικός προσθέτει ότι η εμβολιαστική κόπωση που πλέον στην πατρίδα μας έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις, θρέφει την αόρατη πανδημία της μικροβιακής αντοχής, καθώς όσο πέφτει η εμβολιαστική κάλυψη, τόσο πιο εύκολα νοσούν οι ευάλωτες ομάδες πληθυσμού. Φέτος η εμβολιαστική κάλυψη για την γρίπη έπεσε πολύ και μεγάλη πρώτη καταγράφηκε και στην εμβολιαστική κάλυψη των επαγγελματιών υγείας. Τώρα που ξεπεράστηκε ο φόβος της covid 19 είναι ζήτημα αν το 30% των επαγγελματιών υγείας έκαναν το αντιγριπικό εμβόλιο, όταν κατά τα χρόνια της πανδημίας του κορονοϊού η κάλυψη των επαγγελματιών υγείας για την γρίπη είχε ξεπεράσει το 60%. Επίσης, φέτος παρουσιάστηκε το εξής φαινόμενο: Πολλοί ηλικιωμένοι και υπερήλικες συμπολίτες μας που έπρεπε να κάνουν το συνταγογραφούμενο αντιγριπικό εμβόλιο με το ανοσοενισχυτικό, δεν το έκαναν και αρκέστηκαν στο απλό αντιγριπικό που γίνονταν πιο εύκολα χωρίς συνταγή στο φαρμακείο.
Η Αικατερίνη Αργυράκη, μαζί με τα άλλα μέλη ΔΣ της Ελληνικής Εταιρίας Λοιμώξεων υπογραμμίζει την ανάγκη να ληφθεί μέριμνα από την Πολιτεία, ώστε να γίνεται εύκολα και απλά στο φαρμακείο, (χωρίς να απαιτείται συνταγογράφηση) και το αντιγριπικό εμβόλιο με το ανοσο-ενισχυτικό, που είναι απαραίτητο για να καλύψει τις ανάγκες των ηλικιωμένων και των υπερηλίκων. Κι αυτό γιατί το εξασθενημένο ανοσοποιητικό τους σύστημα δεν ανταποκρίνεται στο απλό αντιγριπικό σκεύασμα.