Αγορές των ελληνικών τραπεζικών μετοχών και της Τράπεζας Κύπρου συστήνει στους πελάτες της η Deutsche Bank, μετά τα πολύ καλύτερα, έναντι των εκτιμήσεων, αποτελέσματα του 2024, την ισχυρή δυναμική κερδοφορίας και τη δυναμική της πιστωτικής επέκτασης και των εσόδων από προμήθειες.
Τα business plans και οι κατευθυντήριες γραμμές (κάπως συντηρητικά σύμφωνα με τους αναλυτές) που ανακοίνωσαν που θα τις έθεταν ως «outliers» στην Ευρώπη όσον αφορά την ανάπτυξη, ενώ θα εξακολουθούσαν να επωφελούνται από την υψηλή λειτουργική αποδοτικότητα και τη σταδιακή μείωση των προβλέψεων, πεδία που επιβεβαιώνουν την ισχυρή τάση κερδοφορίας. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η υψηλότερη επιβράβευση των μετόχων βρίσκεται πλέον στο τραπέζι, αν και εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα από την πλήρης δυναμική.
Δεδομένου του συνδυασμού της πολύ ισχυρής πιστωτικής επέκτασης των φθηνών δεικτών αποτίμησης, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι από τις καλύτερες στην Ευρώπη για ένα πολύ υψηλότερο re - rating, γεγονός που τις καθιστά μια εξαιρετική «value» πρόταση.
Έτσι, ο γερμανικός οίκος διατηρώντας τη σύσταση «buy» αυξάνει τις τιμές στόχους για τις τέσσερις ελληνικές τράπεζες και την Κύπρου. Η τιμή στόχος για την Alpha Bank αυξάνεται στα 3 ευρώ από 2,35 προηγουμένως, για την Eurobank (προτίμηση της Deutsche Bank) στα 3,60 ευρώ από 2,95, για την Πειραιώς στα 6,5 ευρώ από 5,40, για την Εθνική στα 11,50 από 10,15 ευρώ πριν και για την Κύπρου στα 7,30 από 7,10.
Οι αναλυτές προτιμούν τη Eurobank στη βάση της δομικής δυναμικής της και των πιθανών περιθώριων να ξεπεράσει το consensus σε μη απαιτητικά επίπεδα διαπραγμάτευσης. Θετική στάση έχουν τόσο για την Alpha, καθώς θεωρούν ότι προσφέρει μια καλή αξία και συνεχίζει να κλείνει την «ψαλίδα» έναντι των ομοτίμων, όσο και για την Εθνική, λόγω των εντυπωσιακών της επιδόσεων. Παράλληλα, αναγνωρίζουν τις βελτιώσεις της Πειραιώς, όπως και τα ισχυρά αποτελέσματα που συνεχίζει να καταγράφει η Κύπρου.
Ως προς το κρίσιμο πεδίο της αποκλιμάκωσης των καθαρών εσόδων από τόκους λόγω του επιτοκιακού κύκλου, οι αναλυτές σημειώνουν πως ρυθμός μείωσης ήταν πιο αργός από τον αναμενόμενο (χαμηλή μονοψήφια υποχώρηση το 2024 σε ετήσια βάση), καθώς η ευαισθησία των ελληνικών τραπεζών στις μειώσεις επιτοκίων ευθυγραμμίζεται με αυτή άλλων ομοτίμων της Νότιας Ευρώπης, ενώ η ισχυρή πιστωτική επέκταση (+11% σε ετήσια βάση το 2024) κατάφερε να αντισταθμίσει μέρος των πιέσεων. Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες αναμένουν ότι θα είναι σε θέση να διατηρήσουν υψηλή μονοψήφια πιστωτική επέκταση κατά τα επόμενα τρία χρόνια, με «μοχλό» τα επιχειρηματικά δάνεια. Ως εκ τούτου, αναμένουν ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους θα έχουν ανακάμψει πλήρως έως το 2027, μετά από μια μέτρια πτώση το 2025 και σταθεροποίηση έως το 2026, αρκετά δηλαδή ταχύτερα από αυτό που αναμένουν οι διοικήσεις των τραπεζών.
Δεδομένου του συνδυασμού της πολύ ισχυρής πιστωτική επέκταση και των ακόμη φθηνών αποτιμήσεων (μέσο P/E για το 2026 στο 6x - 7x και P/TBV στο 0,8x - 1x για ROTEs στο 12% - 15%) η Deutsche Bank πιστεύει ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι μεταξύ των καλύτερων στην Ευρώπη για ένα υψηλό re - rating.